Saltar para: Posts [1], Pesquisa e Arquivos [2]



Aus dem Portugiesischen von Ilse Dick


Der »Friedhof der Klaviere« ist wie ein magischer Ort, an dem sich schon Generationen von Lázaros eingefunden haben, ein Ort freiwilligen Exils, heimlicher Treffen, versteckter Ehebrüche, ein Ort zum Träumen und ein Ort der Musik, die sich im Klang der Sprache des Autors niederschlägt. Drei Tischler aus drei Generationen, verbunden durch ihre Leidenschaft für das Restaurieren von Klavieren, erzählen aus ihrem Leben, einem Kaleidoskop von Liebe und Gewalt, Verletzung und Zärtlichkeit, von Geburt und Tod.
Francisco Lázaro hat sein Leben bereits hinter sich, als er damit beginnt. Von einem fürsorglichen Familienvater verwandelt er sich in einen gewalttätigen und trunksüchtigen Ehemann. Seine Kinder werden erwachsen, gründen ihre eigene Familie, doch ihr Schicksal wird immer wieder von der Vergangenheit bestimmt. Sein Sohn Francisco lässt während des Marathonlaufs bei den Olympischen Spielen in Stockholm seine Kindheit Revue passieren. Er stirbt bei Kilometer 30 an dem Tag, an dem nun sein Sohn geboren wird. 
Der Tod verbindet die Generationen und erneuert sie. Er birgt neues Leben, wie auch die in dem dunklen Raum der Tischlerei neben- und übereinander gestapelten Klaviere zu neuem Leben beitragen, wenn Teile von ihnen benutzt werden, um kaputte Klaviere wieder zum Klingen zu bringen. Was auf den ersten Blick wie eine gewöhnliche Familien-Saga anmutet, sprengt durch die unvergleichliche Sprachgewalt Peixotos, durch die Aufhebung zeitlicher Grenzen, durch die Verschmelzung der Protagonisten jegliche Vorstellungskraft und lässt aus drei Generationen eine werden. 

 

LESEPROBE - PDF

 

BUCH_FDK_160.jpg

SEPTIME VERLAG

Gebunden mit Schutzumschlag, Lesebändchen

320 Seiten

ISBN: 978-3-902711-67-0

Auch als E-Book

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 01:32

(Romance "Livro", de José Luís Peixoto, chegou às livrarias da Croácia.)

 

“Knjiga” je zapravo saga o portugalskoj emigraciji u Francuskoj, ispričana iz perspektive niza nezaboravnih likova, uz jasan stilski potpis autora. Između zaseoka u kontinentalnom zaleđu Portugala i Pariza te između seoskih zabava uz radio i referenci na visoku kulturu, otkrivaju se znakovi prošlosti koja je povela tisuće i tisuće Portugalaca u potragu za boljim životom u stranoj zemlji. Kroz osobnu, gotovo klasičnu ljubavnu priču, autor je uspio prikazati niz osebujnih, gotovo grotesknih likova i niz nezaboravnih situacija, pritom tjerajući čitatelja da se u potpunosti uživi u ovaj stilski odlično izveden roman, u kojemu će podjednako uživati oni koji vole dobru ljubavnu priču, a i oni koji preferiraju mogućnost raznovrsnih interpretacija djela kroz iščitavanje referenci kako na popularnu kulturu, tako i na niz modernističkih i postmodernističkih književnih remek-djela.

 

livro_web.jpg

 

“Peixotov spisateljski talent i ljepota ritma njegove proze prava su
rijetkost.”
The Guardian

“Jedan od onih pisaca koji vrlo visoko uzdižu književnost vlastite zemlje.”
Le Figaro

“Peixoto iznenađuje stilističkim umijećem, kojim kao da slijedi primjer
velikoga Joséa Saramaga, ali i hrabrošću kojom stvara, u današnje vrijeme,
pripovjedne strukture dostojne Faulknera, Rulfa i Donosa.”
L’Unità

“Hrabra i očaravajuća Peixotova proza iznimno je lijepa, nevjerojatno
bogata i dojmljiva.”
The Independent

 

José Luís Peixoto (1974., Galveias, Portugal) jedan je od najcjenjenijih portugalskih pisaca mlađe generacije. Nakon što je 2001. dobio Nagradu José Saramago za roman “Nijedan pogled” (VBZ, 2004.), osnovana je nagrada za mlade autore koja nosi njegovo ime. Za roman “Cemitério de Pianos” dobiva Nagradu Cálamo Otra Mirada, za najbolju stranu knjigu objavljenu u Španjolskoj. Preveden je na više od dvadeset jezika, a “Knjiga” je doživjela 9 izdanja u Portugalu od objavljivanja 2010. godine, te stekla autoru glas jednoga od najzanimljivijih i najčitanijih suvremenih portugalskih, a i svjetskih autora. 

 

Izdavač: Edicije Božičević
Godina izdanja: 2016.
Autor: José Luís Peixoto
Prevoditelj: Tatjana Tarbuk
Urednik: Josip Ivanović
Lektura i korektura: Jadranka Varošanec
Dizajn naslovnice: Iva Mandić
Cijena: 149,00 kn
Broj stranica: 256
Format: 13 x 20 cm
ISBN: 978-953-7953-57-7 meki uvez

 

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 09:33

(A edição grega do romance "Galveias", de José Luís Peixoto, chegou esta semana às livrarias gregas.

A tradução é de Athena Psillia. Foi publicado pela editora Kedros.)

 

aaa111.jpg


ΓΚΑΛΒΕΪΑΣ

 


Read 1st chapter here

 

Όπως κάθε χωριό, έτσι και το φιλήσυχο Γκαλβέιας κρύβει τις βεντέτες και τις αντιζηλίες του, τα μικρά και τα μεγάλα πάθη του. Κάθε οικογένεια έχει και μια ιστορία. Στην περίπτωση των Ζοζέ και Ζουστίνο, η διαμάχη για μια κληρονομιά οδήγησε τα δυο αδέρφια να κόψουν κάθε επαφή μεταξύ τους για περισσότερο από μισό αιώνα. Άλλοι, πάλι, κάτοικοι διατηρούν μεγάλα μυστικά, όπως η Ιζαμπέλα, η όμορφη Βραζιλιάνα, ιδιοκτήτρια του φούρνου που τα βράδια μετατρέπεται σε πορνείο. Οι ισορροπίες ανάμεσα στους κατοίκους είναι εύθραυστες και η συμβίωση είναι δύσκολη για όλους. Ωστόσο, κανείς δεν είναι προετοιμασμένος για όσα θα συμβούν μετά την πτώση ενός μετεωρίτη και την επίδραση που θα έχει το απρόσμενο φαινόμενο στη ζωή της Ιζαμπέλα, του Ζοζέ και του Ζουστίνο, αλλά και των υπόλοιπων κατοίκων του μυστηριώδους Γκαλβέιας.
Ο πλούτος της γραφής, η αρτιότητα της φόρμας, η ευαίσθητη αλλά και σκληρή ανθρωπιά των πρωταγωνιστών του βιβλίου χαρακτηρίζουν ένα από τα καλύτερα έργα του διακεκριμένου Πορτογάλου συγγραφέα που γεννήθηκε στο Γκαλβέιας και συγκαταλέγεται στους πιο σημαντικούς Ευρωπαίους λογοτέχνες της νεότερης γενιάς.

 

«Ένας από τους πιο χαρισματικούς Πορτογάλους συγγραφείς.»
Le Monde

 

«Ο Πεϊσότο διαθέτει μια εντυπωσιακή ικανότητα αντίληψης των πραγμάτων, όπως αυτή αποκαλύπτεται μέσα από τις πρωτότυπες επιλογές λέξεων και εικόνων.»
The Times Literary Supplement

 

Συγγραφέας: ΠΕΪΣΟΤΟ, ΖΟΖΕ ΛΟΥΙΣ
Έτος έκδοσης: 2016
ISBN: 978-960-04-4737-8
ΣΕΛ.: 304
Σχήμα: 14 Χ 20,6
Τίτλος πρωτοτύπου: Galveias
Γλώσσα πρωτοτύπου: Πορτογαλικά
Μετάφραση: Ψυλλιά, Αθηνά
Βάρος: 328.00 γραμ.
Μαλακό εξώφυλλο

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 14:48

das haus im dunkel.jpeg

A 15 de Fevereiro de 2015, chegará às livrarias alemãs, austríacas e suíças a edição alemã do romance "Uma Casa na Escuridão" com o título "Das Haus im Dunkel", tradução de Ilse Dick, publicado por Septime Verlag.

 

"Das Haus im Dunkel" ist der Titel des José Luís Peixoto neuer Roman in Deutsch. Übersetzt von Ilse Dick, von Septime Verlag. In den Buchhandlungen auf 15. Februar 2015.

 

Der Erzähler, ein junger erfolgreicher Autor, führt den Leser in ein altes, von einem verwilderten Garten umgebenes und für einen Monat im Jahr in Dunkel versunkenes Haus. Er bewohnt dies mit seiner vom Lebensschmerz gezeichneten Mutter, der stillen Sklavin Miriam und unzähligen, sämtliche Räume bevölkernden Katzen. In ihm selbst lebt seine Geliebte, eine wunderschöne, der eigenen Fantasie entsprungene Frau.
In diesem, nach festen Regeln uralter Ordnung lethargisch dahindämmernden, Mikrokosmos taucht plötzlich wie ein Vorbote der großen Finsternis ein alter Freund aus Kindertagen auf, der Prinz von Calicatri. Eine vom Prinzen angekündigte »Invasion der Barbaren« wird zur schrecklichen Realität. Viele Menschen fliehen aus der Stadt, doch einige bleiben, um sich schicksalsergeben dem Unvermeidlichen zu fügen. In furchtbarer Grausamkeit werden sie von den Invasoren entsetzlich zugerichtet, und auch das Haus im Dunkel und seine Bewohner werden von ihnen heimgesucht und nicht verschont.

Zielsicher und mit leichter Hand spinnt José Luís Peixoto ein Netz, in dem Vergangenheit und Gegenwart, Reales und Irreales miteinander verwoben werden, gewährt Einblicke in Gefühlswelten und verflicht zarte Bande mit menschenverachtender, sinnloser Gewalt.

 

 

 

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 12:38

 

 

Ποιος είσαι; Οι μέρες περνούν και το μυαλό σου επαναλαμβάνει μια ερώτηση σε κάθε σιωπή. Κάθε πρωί, μόλις ξυπνήσεις, η σιωπή. Καθώς διαλέγεις ρούχα και ντύνεσαι, η σιωπή. Στα διαλείμματα του χρόνου, η σιωπή.

 

Ποιος είσαι; Τώρα, πιάνεις τον εαυτό σου να βλέπει τα πρωινάδικα στην τηλεόραση, ξεχνάς το βλέμμα σου εκεί για μερικές στιγμές. Ένας ειδικός απαριθμεί τρόπους πρόληψης της τριχόπτωσης, ένας μάγειρας αποκαλύπτει τα μυστικά της γέμισης της γαλοπούλας, ένας καθηγητής χειροτεχνίας διδάσκει πώς φτιάχνεται χριστουγεννιάτικη διακόσμηση από χρησιμοποιημένα πλαστικά μπουκάλια. Η παρουσιάστρια επαναλαμβάνει πέντε φορές τον αριθμό που αναβοσβήνει στην οθόνη. Τηλεφώνησε, μπορείς να κερδίσεις. Τηλεφώνησε, μπορείς να κερδίσεις. Δεν τηλεφωνείς. Ξέρεις ότι δεν μπορείς να κερδίσεις. Παλιά, τηλεφωνούσες σε αριθμούς που έβρισκες στην εφημερίδα, στο ίντερνετ, σε αριθμούς γραμμένους σ’ ένα διπλωμένο χαρτάκι ή σε επαγγελματικές κάρτες. Αλλά ο καιρός πέρασε. Μέρες, μήνες, εποχές ολόκληρες, καιρός φορτωμένος με σιωπή, σιωπή, σιωπή φορτωμένη με ερωτήσεις.  

 

Ποια είναι η αξία σου; Η ιστορία της ζωή σου διαλύεται στις μέρες ετούτες. Δεν ήταν καμιά τεράστια ιστορία, ήταν όμως δική σου και είχε ένα νόημα. Οι σκέψεις σου έβρισκαν τη συνέχειά τους ανά πάσα στιγμή, ήξερες πάντα τι είχε να κάνεις μετά. Σήμερα, σε εκπλήσσει που νοσταλγείς όταν περπατούσες στους δρόμους στις εφτά το πρωί με τα αυτιά παγωμένα, που νοσταλγείς όταν κοιτούσες το ρολόι περιμένοντας ένα λεπτό που έμοιαζε πως δεν θα ερχόταν. Παλιά, αυτό το άπειρο σχεδόν λεπτό και πάλι έμοιαζε πως δεν θα ερχόταν, ο αριθμός στο δείκτη του ρολογιού σταθερός, όμως ερχόταν- τώρα, το ίδιο αυτό λεπτό πάλι μοιάζει πως δεν θα έρθει ποτέ, αλλά ο αριθμός στον δείκτη του ρολογιού περνά, το πέντε μεταμορφώνεται σε έξι, το έξι μεταμορφώνεται σε επτά, αλλά το λεπτό που περιμένεις δεν έρχεται, μοιάζει πως δεν θα έρθει ποτέ. Είσαι ακίνητος.

 

Ποια είναι η αξία σου; Τα πρόσωπα των ανθρώπων που συναντάς καθημερινά σου επαναλαμβάνουν τις ίδιες ερωτήσεις, ακόμη κι όταν απλώς σε κοιτούν χωρίς να λένε τίποτα. Τα Χριστούγεννα έφτασαν στους δρόμους, στις βιτρίνες, στις διαφημίσεις. Βαδίζεις με τα χέρια στις τσέπες. Καμιά φορά, κάνεις κύκλους για να μην περάσεις μπροστά από εκείνο το άτομο που στέκεται πάντα στο ίδιο σημείο και κοιτάζει να δει ποιος περνά. Κι ακόμη και τα πρόσωπα εκείνων που δεν γνωρίζεις, που δεν έχεις ξαναδεί ποτέ, που δεν θα ξαναδείς ποτέ, μοιάζουν να σου επαναλαμβάνουν τις ίδιες ερωτήσεις. Φτάνει η ώρα του μεσημεριανού. Κάθε μέρα φτάνει η ώρα του μεσημεριανού γιατί κάθε μέρα, οι ώρες όλες φτάνουν. Στο σπίτι, οι ήχοι του σπιτιού. Βάζεις την πρώτη κουταλιά της σούπας στο στόμα.

 

Ποιος είσαι; Έχεις φανταστεί τον εαυτό σου να κάνει χίλια πράγματα που, παλιά, ούτε θα σου περνούσαν απ’ το μυαλό. Είσαι ένα διαφορετικό πρόσωπο σε κάθε ένα απ’ αυτά, κι ωστόσο, υπάρχει ένας αθέατος τοίχος ανάμεσα σε σένα και κάθε μια απ’ αυτές τις ιδέες. Καταφέρνεις να τις δεις κάπου εκεί στο βάθος, έχεις τη βεβαιότητα ότι είσαι ικανός να τα κάνεις όλα αυτά, όμως δεν κατορθώνεις να διαπεράσεις τον αθέατο τοίχο. Σα να μιλάς και να μη σε ακούει κανείς, σα να μιλάς και να μη σε πιστεύει κανείς, σαν να μην υπάρχεις. Η σούπα είναι άνοστη, αλλά δεν μπορείς να πεις τίποτα. Μπορείς μόνο να σκουπίσεις το στόμα σου και να δείξεις ευγνώμων, ευχαριστημένος. Τώρα, έχεις ένα απέραντο απόγευμα μπροστά σου.

 

Ποιος είσαι; Οι βιτρίνες των καταστημάτων σε καθρεφτίζουν. Η εικόνα σου μετέωρη, περιτριγυρισμένη από τη λάμψη των Χριστουγέννων. Τριγύρω σου, άντρες και γυναίκες κατευθύνονται κάπου, ο κόσμος συνεχίζεται. Βλέπεις τον εαυτό σου: τα χέρια σου κατά μήκος του κορμού σου, τα μάτια σου.

Είσαι πολύ νέος ή πολύ γέρος.

 

Ακόμη κι όταν ξεκολλάς από τη βιτρίνα και προχωράς, παίρνεις μαζί σου την εικόνα του ειδώλου σου, το φέρεις μέσα σου. Τα βήματά σου σε οδηγούν, είναι αργά, χωρίς βιασύνη. Δεν σκέφτεσαι τι θα συναντήσεις παρακάτω γιατί δεν περιμένεις τίποτα. Τα παιδιά είναι στο σχολείο, οι άνθρωποι στις ζωές τους, μόνο εσύ βρίσκεσαι εδώ.

 

Ποιος είσαι; Αργά ή γρήγορα θα έρθει η νύχτα. Έρχεται πάντα, καθημερινά. Μετά την ώρα του δείπνου, καθημερινή κι αυτή. Μετά το βράδυ, ειδήσεις, σήριαλ, διαγωνισμούς όπου κανείς δεν κερδίζει τίποτα, θα έρθει η ώρα του ύπνου, το τέλος άλλης μιας μέρας. Κάποιες φορές, ρίχνεις την ιδέα μιας συνάντησης με τις ερωτήσεις που όλα γύρω σου επαναλαμβάνουν, αλλά ξέρεις πως η μέρα αυτή δεν θα τελειώσει αληθινά. Βαδίζεις σαν να ‘σαι ακίνητος και ψάχνεις δυνάμεις που χάνονται, τις απαραίτητες δυνάμεις για να μην ξεχάσεις ποια είναι η αξία σου, για να συνεχίσεις να γνωρίζεις ποιος είσαι, για να δώσεις μια οριστική απάντηση στη σιωπή.

 

 

 

Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο

Χριστούγεννα των ανέργων. 

14.12.2012  περιοδικό Visão.

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 08:20



Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 11:36

Του Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο

 

Αν θέλουν να σε πείσουν πως κάτι είναι ανέφικτο, πες τους πως ανέφικτο είναι να σωπάσεις, ανέφικτο είναι να μην έχεις φωνή. Έχουμε το δικαίωμα να ζήσουμε. Πιστεύουμε στη βεβαιότητα αυτή με όλες τις δυνάμεις του κορμιού μας κι, ακόμη περισσότερο, με όλες τις δυνάμεις της θέλησής μας. Το ρήμα «Ζω» είναι τεράστιο, έχει όγκο. Πιστεύουμε σε όλο του το μέγεθος, δεν υπαναχωρούμε ούτε ένα βήμα από το δρόμο του και το δρόμο μας.

Ξέρουμε καλά πως είναι ανώφελο να μουρμουράμε στην οθόνη του δελτίου ειδήσεων. Το γυαλί δεν απαντά. Γι’ αυτό έχουμε άλλα σχέδια. Έχουμε φωνή, τόσες φωνές∙ έχουμε πρόσωπο, τόσα πρόσωπα∙ Οι δρόμοι θα μας υποδεχτούν, και θα ‘ναι μικροί για μας. Ξέρουμε να σχηματίζουμε παλίρροιες και ρεύματα. Ξέρουμε, επίσης, πως ποτέ τίποτα δεν μας χαρίστηκε. Κάθε κατάκτηση κερδήθηκε χιλιοστό προς χιλιοστό. Προτού τη δούμε ζωντανή μπροστά μας, συγκεκριμένη και έμπρακτη, υπήρξε ανέφικτη, ζωή όμως θα πει να πιστεύουμε. Έχουμε δικαίωμα στην ελπίδα. Αυτή η ζωή μας ανήκει.

Κι ύστερα, είναι υπέροχο να χαλάς τη γιορτή των ισχυρών. Έχει πλάκα, είναι υγιεινό και κάνει καλό στο δέρμα. Πάνω που αυτοί νόμιζαν πως μας έβαλαν στη θέση μας, πως όλα έχουν αποφασιστεί, πως μας εξαγόρασαν με καλοπιάσματα και αυτοκολλητάκια, τους δείχνουμε πως ξέρουμε να φωνάζουμε. Τους ντροπιάζουμε όπως τα πεντάχρονα παιδιά ντροπιάζουν τους γονείς τους στην ουρά του σούπερ μάρκετ. Με τη μεγάλη διαφορά πως δεν είμαστε πεντάχρονα παιδιά και με την τεράστια διαφορά ότι αυτοί δεν είναι γονείς μας, γιατί οι γονείς μας, πριν από τέσσερις σχεδόν δεκαετίες, ξεφορτώθηκαν τους δικούς τους γονείς. Ή, τουλάχιστον, το προσπάθησαν.

Το μόνο ανέφικτο είναι να νομίσουμε πως δεν είμαστε ικανοί να χτίσουμε. Έχουμε χέρια κι αμέτρητες δεξιότητες για να κάνουμε κάτι με τα χέρια μας. Οτιδήποτε εκτός από να τ’ αφήσουμε να κρεμάσουν, να τα κρύψουμε στις τσέπες, ή να τ’ απλώσουμε για ελεημοσύνη. Γι’ αυτό, δε θα ζητήσουμε, θα απαιτήσουμε. Θα επαναλάβουμε όσες φορές χρειαστεί: έχουμε το δικαίωμα να ζήσουμε. Ποτέ δεν αμφιβάλλαμε πως είμαστε πολύ μεγαλύτεροι από το βιογραφικό μας σημείωμα, πως ο χρόνος μας δεν είναι σύμβαση ορισμένης προθεσμίας, πως δεν υπάρχουν μπλοκάκια αποδείξεων ικανά να λογαριάσουν αυτό που αξίζουμε.

 

Ζωή, αν μας ακούς, να ξέρεις πως βαδίζουμε προς το μέρος σου. Η ελευθερία μας μεγαλώνει όσο πιστεύουμε, κι εμείς μεγαλώνουμε μαζί της -κι εσύ, ζωή, μεγαλώνεις επίσης. Αν θελήσουν να σε πείσουν, ζωή, πως είναι ανέφικτο, να τους πεις πως ερχόμαστε να σε σώσουμε, πως θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί και πες τους πως ανέφικτο είναι να σε αρνούνται, να σε καμουφλάρουν με αριθμούς, πες τους πως ανέφικτο είναι να μην έχεις φωνή.

 

Το κείμενο γράφτηκε προς συμπαράσταση στις διαδηλώσεις της Πρωτομαγιάς 2011 στη Λισαβόνα- MayDay Lisboa.

 

 

 

 

 

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 11:33

«Ο Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο είναι από τις πλέον εκπληκτικές αποκαλύψεις στη σύγχρονη πορτογαλική λογοτεχνία», έχει δηλώσει ο Νομπελίστας Ζοζέ Σαραμάγκου.
Ο 35χρονος σήμερα Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο είχε τιμηθεί το 2001 με το μεγάλο πορτογαλικό Βραβείο Λογοτεχνίας «Ζοζέ Σαραμάγκου», για το βιβλίο του «Nenhum Olhar» («Κανένα Βλέμμα»), το οποίο θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τα «Ελληνικά Γράμματα».

 

Το «Νεκροταφείο πιάνων», το οποίο μόλις κυκλοφόρησε, είναι το έκτο μυθιστόρημα του Πεϊσότο και το πρώτο βιβλίο του στα ελληνικά.

 

Το μυθιστόρημα διαδραματίζεται στη Λισαβόνα, μια σαγηνευτική πόλη έξω από το χρόνο, όπου γεννιούνται, ζουν, ονειρεύονται, παντρεύονται, εργάζονται και πεθαίνουν τα πρόσωπα του βιβλίου. Στο σκηνικό αυτό προστίθεται ένα εργαστήριο ξυλουργικής, στα σπλάχνα του οποίου φωλιάζει το νεκροταφείο πιάνων, ένας τόπος εθελούσιας εξορίας, μέρος μυστικών αναγνώσεων, απόμερο καταφύγιο μοιχείας, αυλή παιδικών παιχνιδιών και εξομολογητήριο νεκρών. Είναι ο τόπος όπου συνδέονται οι γενιές.

 

Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία τριών γενεών της οικογένειας του Φρανσίσκο Λαζάρο (1891-1912), του μαραθωνοδρόμου ο οποίος άφησε την τελευταία του πνοή στο 30ό χιλιόμετρο του Μαραθωνίου στη Στοκχόλμη το 1912.

 

Οι αφηγητές -πατέρας και γιος- ξεδιπλώνουν την οικογενειακή ιστορία, που ισορροπεί ανάμεσα στη σιωπή και το γέλιο, στο φόβο και την ελπίδα, στην ενοχή και τη συγχώρεση. Μας διηγούνται ερωτικές ιστορίες, αναπόφευκτες και συγκινητικές, στις οποίες διαβάζει κανείς την εγκατάλειψη, την οικιακή βία, και λάθη τα οποία συνήθως δεν διορθώνονται, αλλά που τα δικαιολογεί η δύναμη της τρυφερότητας και των συναισθημάτων. Και μας μιλούν για τη συνέχεια ανάμεσα στις γενιές∙ ο Φρανσίσκο Λαζάρο, μαραθωνοδρόμος που ξεψύχησε στους Ολυμπιακούς της Στοκχόλμης το 1912, πεθαίνει την ημέρα που γεννιέται ο γιος του...

 

Το «Νεκροταφείο πιάνων» είναι ένα μαγευτικό κείμενο, μια υπέροχη ιστορία για την αγάπη, τη ζωή και το θάνατο.

 

 

Κριτική υποδοχή του βιβλίου στην Ελλάδα:

 

Η μεγάλη σιωπή

 

Εικόνες ωμές, λέξεις σκληρές, ενοχή και θραύσματα μνήμης που εξακολουθούν να πληγώνουν συνθέτουν αυτό το τόσο ποιητικό, ονειρικό κείμενο του πορτογάλου συγγραφέα Ζοζέ Λουίς Πεϊσότο. Το «Νεκροταφείο Πιάνων», έκτο μυθιστόρημά του, αλλά το πρώτο που εκδίδεται στη χώρα μας, μας φέρνει σ' επαφή μ' ένα ιδιόμορφο σύμπαν - Λισαβόνα, σε διαφορετικές εποχές, σε διαφορετικές μελωδίες.

 

Πηγαίνοντας συνεχώς μπρος πίσω στο χρόνο, και μ' ένα αδιάλειπτο πήγαινε έλα μεταξύ των αφηγητών, πατέρα και γιου, παρακολουθούμε σκηνές από την ιστορία τριών γενιών μιας οικογένειας της Μπενφίκα, λαϊκής συνοικίας της Λισαβόνας. Με πρώτο αφηγητή ένα νεκρό, τον πατέρα Λάζαρο, το κείμενο ταξιδεύει συνεχώς από το θάνατο στη γέννηση και, τελειώνοντας, κλείνει έναν κύκλο ζωής.

 

Ανάμεσα στο τρίξιμο της ιστορίας, τους πόνους, τις προδοσίες, τις σκηνές βίας και το λυγμό που ταξιδεύει μέσα από τα πρόσωπα της οικογένειας, υπάρχει κι η μεγάλη σιωπή που έρχεται, εκκωφαντική, από το εργαστήριο ξυλουργικής.

 

Εκεί βρίσκεται το «νεκροταφείο πιάνων», μια σκοτεινή αποθήκη όπου τα πιάνα κείτονται θαμμένα, σαν τις αναμνήσεις - η μουσική που κρύβουν μέσα τους είναι εκεί, σκοτεινή, για όποιον αποφασίσει να αποτραβηχτεί για λίγο στη σκιά τους.

 

Ελένη Καρρά, περ. Διαβάζω, τχ. 497, Ιούνιος 2009



Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 23:10

Traducere din limba portugheza de Clarisa Lima

 

Cimitirul de piane imbina povestea adevarata a ma ra to nistului Francisco Lázaro cu o fictiva cronica de familie, in care legatura tata‑fiu ocupa locul principal. Familia Lázaro detine un atelier de timplarie in car tierul muncito resc Benfica din Lisabona, iar in spatele cladirii se intinde cimi tirul de piane, un loc misterios si magic, refu giu al visa torilor si al indragostitilor orasului. Povestea este narata din doua perspective insolite: a tatalui lui Francisco Lázaro, in ziua in care i s‑a nascut fiul si in ziua in care moare, si a lui Fran cisco insusi, in timpul mara tonului de la Stockholm din 1908. Este o poveste violenta si tandra, amuzanta si emotionanta, cu o constructie origi nala si oferind o per spec tiva profunda asupra relatiilor de familie. Cimi tirul de piane l‑a consacrat definitiv pe Peixoto ca lider al gene ratiei sale si unul dintre scriitorii cei mai valorosi pe scena literara internationala.

 

 

Claudiu CONSTANTINESCU, 29 iulie 2010, in Dilema Veche
Proza lui Peixoto e puternica, stranie, are fibra si articulatii poetice, poate fascina. Asa a fost in romanul lui de debut,Nici o privire (tradus la noi anul trecut), asa e si in Cimitirul de piane de acum. De asta data insa, autorul cauta sa scrie in cheie pronuntat realista. O spune el insusi, iar afirmatia are oarece indreptatire, in masura in care undeva, in subteranele adinci ale cartii, sta un fapt real, consemnat istoric: moartea unui atlet portughez, Francisco Lázaro, in timpul maratonului de la Jocurile Olimpice din Stockholm (1912), dupa treizeci de kilometri parcursi. Asta ar fi, adica, realitatea. Ce face din ea «realismul» lui Peixoto e insa o alta – Va fi, practic, o cronica imaginara a familiei Lázaro, construita pe doua voci – a lui Francisco (gifiind, muncit de ginduri si de amintiri, in timpul maratonului) si a tatalui sau (mort deja de citiva ani, adica numai bine plasat pentru un atoatevazator si atoatepovestitor). Peixoto experimenteaza limitele coerentei epice, imprumuta prozei o logica potrivita mai degraba poemelor, face minuni naratologice, atita taine in orice instantaneu, tese iluzia vietii din mister, suferinta si frumusete tacita. Si face loc, totodata, unei ambiguitati ce l-ar fi pus pe ginduri chiar si pe Eliade – caci exista, in aceasta istorie fragmentara, o simetrie insidioasa a generatiilor, prin care tatal lui Francisco ar putea, la fel de bine, sa fie si fiul acestuia. Sa fim realisti, e de-a dreptul magic! La fel ca aceasta fraza: «Azi, simt ca mi-ar fi de ajuns o duminica in plus ca sa pot rezolva totul». Cititi cartea si va fi duminica.

Cristina SIRB, 29 iulie 2010, pe bookblog.ro
Mai apar scriitori si dupa anul 2000, iata! Polirom ni l-a adus pe Jose Luis Peixoto. Literatura merge, deci, mai departe. Fara virsta. Lectura lui Peixoto – cel putin cel din Cimitirul de piane – este calda, incomoda, torida, familiara si un strop cam nelinistitoare. Rareori ti-e harazit sa auzi atit de clar linistea din cuvinte de roman. Cuvint linga cuvint (conventum = initelegere lat.), topica, ritm, fragmentarism: liniste. Liniste – pace; liniste – tensiune; liniste – angoasa.

Peixoto baga de seama firimiturile unei zile mai ceva ca o clevetitoare matusa vadana. Ca orice om care a crescut printre fuste de matusi. Ca Proust (de ce nu?). Ori ca un suferind. Nascut cu ochii prea larg deschisi asupra cruzimii vieitii. Se vede de la o posta ca a fost un copil crescut la itara, dedat cu ritmurile asa-zis «cosmice», cu masurarea timpului si a iubirii privind la cer si scotocind in inima. Cu ghicitul in razele de soare, care pateaza dimineaita podelele saracacioase ale casei parintesti. Peixoto inregistreaza traumatic stupizenia ”adulta” a gesturilor, a hotaririlor care darima suflete.

Prietenia lui cu lumina pulberie a dimineitii, cu soarele portughez. Complicitatea lui cu vara.

Mama lui, vara.

Pe ultimele zeci de pagini, am citit cu maxima zgircenie din Cimitirul de piane. Sint pasaje, dau peste pasaje care ma zguduie sau care ma ingheaita. E ceea ce am mai vazut si am mai trait. E ca si cum mi-as aminti, in chinuri, si as povesti chiar eu cele din carte, «incerc sa-mi amintesc cele mai fericite momente, sfirsesc intotdeauna prin a vedea in minte imaginea vaga a unui prinz de duminica».


Ana Maria ONISEI, 24 iunie 2010, in Adevarul
Jose Luis Peixoto este cel mai in voga scriitor portughez contemporan, numit de critica literara «noul Saramago». Peixoro l-a cunoscut pe celebrul scriitor portughez Jose Saramago in 2001, cind acesta i-a inminat un premiu pentru debut. Jose Luis Peixoto este singurul scriitor portughez de generatie tinara pe care Saramago l-a indragit si pe care l-a considerat descendentul sau literar.

Alina PURCARIU, 23 iulie 2010, in Corso
Jose Luís Peixoto scrie ca si cum fiecare fraza ar fi ultima lui sansa de a comunica ceva, inainte de o Apocalipsa mereu presimtita. Nu veti gasi urme de retete sau trucuri facile in cartile lui. Sunt povesti atemporale, scrise de un maniac cu fibra de poet, iar aceasta din urma e o tulburatoare cronica de familie, spusa intr-un stil smucit si digresiv, despre tati si fii, legati printr-un scenariu tragic, care se repeta din generatie in generatie, cu o forta unui blestem. Dragostea, in acest roman, bintuie mereu in vecinatatea mortii si isi arata ambele fete: blindete infinita si brutalitate de neinteles.

Dana PIRVAN-JENARU, 20 august 2010, in Observator cultural, nr. 538
Cel de-al doilea roman tradus in romana al tinarului scriitor portughez Jose Luís Peixoto – Cimitirul de piane (2006) – confirma originalitatea acestui autor si forta de seductie a cartilor sale, care ating nivelul excelentei. Inca din romanulNici o privire, scrisul intens al lui Peixoto se dezvaluia irezistibil prin amestecul de frumusete ademenitoare si de tristete coplesitor-fatala, de tandrete si violenta, de poezie si de viziune realist-profunda asupra vietii.

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 23:01

Nici o privire

12.09.10

Traducere din limba portugheza de Clarisa Lima

Cistigator al Premiului Literar Jose Saramago

Actiunea romanului Nici o privire se desfasoara intr-un satuc unde viata este in permanenta umbrita de spectrul saraciei, cu femei si barbati abrutizati de munca si greutati, care totusi nu sint imuni la iubire sau gelozie, in ciuda sentimentului predominant, intr-o viata a satului, ca destinul are un caracter implacabil. Autorul pare sa teasa in jurul lumii lor o forma de magie ca un blestem. Iosif, ciobanul taciturn, batrinul Gabriel, in virsta de un secol si jumatate, gemenii siamezi ai satului, mesterul Rafael, ciung si schiop, prostituata cea oarba la a treia generatie devin cu totii personaje ale unei lumi magice, in care toti iubesc si sufera, isi mostenesc iubirile, tragediile si violentele la nesfirsit. Pina si linistea primordiala a satului pare sa se intoarca impotriva lor, pina si binecuvintata lumina – traiesc si mor sufocati de o vesnica arsita, in peisajul lor cu dealuri umbrite de maslini, iar peste toate Diavolul insusi troneaza.

“Cind a scris insa primul sau roman, cind el a fost remarcat, dintre alte treizeci, de insusi Jose Saramago, de unicul Premiu Nobel portughez pentru Literatura de pina acum, lucrurile au inceput sa se schimbe: acest roman a propulsat in citeva zile numele lui Jose Luís Peixoto pe prima pagina a ziarelor.” (Mihai Zamfir, in Romania literara)

 

Clarisa LIMA, octombrie 2009, interviu publicat pe www.traducembine.ro
Romanul lui Peixoto are o atmosfera greu de uitat, mitica, magica, personaje cu nume biblice sau fara de nume, o meditatie simpla, dar profunda asupra destinului, a lumii, a mortii. Are un ritm de incantatie uneori, un stil proaspat, dar si catharsis pe alocuri, prin pasaje grele, pline de suferinta (precum scena mortii lui Moise). E o carte la care nimeni nu ramine indiferent.
Peixoto a avut rolul sa-mi ofere o revelatie pe care o avusesem numai in fata a trei autori de limba portugheza: Lobo Antunes, Saramago si Mia Couto, scriitorul mozambican.

Jose Luis PEIXOTO in interviu cu Ana CHIRITOIU, octombrie 2009, in Noua literatura
Scriu din ce in ce mai mult in cheie realista. Dar realismul nu inseamna azi exact ce insemna acum douazeci de ani. Pentru mine inseamna ca ma refer la lucruri reale, dar nu sint sigur ca ele sint si realiste, fiindc nici reallitatea nu e mereu realista. Cind scrii un roman incerci sa creezi un fel de alchimie care sa produca viata. Cind a fost intrebat ce-si propune sa faca in cartile lui, Hemingway a spus ca incearca sa-l faca pe cititor sa-si aminteasca lucrurile pe care le citeste ca si cum le-ar fi trait pe pielea lui. Si mi se pare un scop foarte bun, asta incerc sa fac si eu, cu constiinta faptului ca limba e un material cu o viata proprie, iar scriitorul incearca sa traduca realitatea intr-o alta lume, facuta din cuvinte, care traieste dupa regulile sale.

Mihai ZAMFIR, nr. 31, in Romania literara
Cum apare in orizontul literaturii un scriitor extraordinar? Pe neasteptate, pe nesimtite, din intimplare: exista nenumarate adverbe si locutiuni adverbiale care noteaza aceeasi perceptie a surprizei fericite. Cum apare pe firmamentul literaturii o noua stea? Cu discretie – pina in momentul exploziei. Iata o problema asupra careia teoreticienii literaturii au ezitat mereu sa se pronunte.
Si in literatura portugheza, ca in oricare alta, au loc citeodata aparitii stralucitoare. Debutul lui Jose Luis Peixoto este unul dintre acestea.

Jose Luis PEIXOTO in interviu cu Alina PURCARU, 7-13 noiembrie 2009, in Suplimentul de cultura
Personal cred ca proza ar trebui sa aspire la poezie: daca in cinci versuri ai un cuvint in plus, il simti. Simti ca nu e bine. Asa ar trebui sa se intimple si intr-un roman de 200 de pagini, sa nu ai nimic in plus. Un poem e o sinteza, si asa ar trebui sa fie si un roman: e o lume mica, o lume in sine. Si in special acest roman, Nici o privire, are, cumva, modul de organizare al unui poem. Incepe si se termina intre propriile limite. Lumea din cartea asta e diferita de lumea adevarata. Dar intentia e ca cititorul sa faca singur conexiunile intre cele doua si sa traga propriile concluzii.

Clarisa LIMA, 4 aprilie 2010, in Evenimentul zilei
Am aflat, prin intermediul unui prieten, ca Jose Luis Peixoto, un autor portughez de virsta mea, isi dorea foarte mult sa fie tradus in romaneste si incerca sa gaseasca un traducator interesat. Am fost curioasa si am citit doua carti de-ale lui, care m-au impresionat. Ulterior, aveam sa o traduc pe una dintre ele, Nici o privire. Intre momentul in care am decis sa traduc din Peixoto si momentul in care editura Polirom s-a aratat interesata de publicarea traducerii au trecut trei sau patru ani. Inainte sa termin Nici o privire (pe care o incepusem doar de dragul de a o traduce, fara sa stiu daca avea sa fie publicata) am tradus insa Orasul Domnului, un roman brazilian pe care s-a bazat filmul care la noi s-a tradus Orasul Zeilor si care e unul dintre filmele mele preferate. Acest gen de munca este pentru mine o framintare continua, bucurie si teama, nervi, oboseala, satisfactie, frustrare, de toate. Mi se pare ca e cel mai important lucru pe care l-am facut pina acum. Vi-l recomand din toata inima pe Peixoto. De altfel, pe linga romanul Nici o privire, care a aparut la Polirom in 2009, va aparea al doilea roman tradus, Cimitirul de piane, in vara aceasta. Sper ca si acesta din urma sa fie la fel de apreciat ca primul publicat.

Jose Luis PEIXOTO in dialog cu MAgda VLADOI, 30 octombrie 2009, www.newsin.ro
Am scris Nici o privire cind aveam 23 de ani, este primul meu roman. Acum am 35 de ani si lucrez la al patrulea roman. Cind l-am scris nu eram sigur ca pot scrie un roman, ca sint capabil sa fac asta, era o incercare. Din experienta mea de dupa am ajuns la concluzia ca, intr-un fel, primul roman e cel mai usor. Am scris lucruri care deja erau parte din mine de multi ani. Acest roman se intoarce la amintirile mele din copilarile, la regiunea unde m-am nascut, un mic sat unde am locuit pina la 18 ani. Aici prezint viata dintr-un mic sat, amestecata cu creaturi mitologice. Unele dintre personaje sint din tradita orala a povestilor portugheze. In acest roman gasesti un pastor, care e o persoana obisnuita, dar si un urias, diavolul, sau gemeni siamezi care sint legati prin degetele mici. Am incercat sa fac acest «amestec», pentru ca am citit multe carti despre acea regiune focusate pe neorealism, nu citisem pina atunci niciun text existential, individual despre acea regiune. Cred ca viata rurala aduce ceva individual, iti schimba si iti atinge personalitatea. Asta am incercat sa identific si sa descriu in acel roman. Nu mi-am imaginat ca va fi tradus in romana sau in alte limbi, acest lucru e dincolo de orice asteptari pe care le-am avut. Cind scrii, nu trebuie sa te gindesti la asta, la faima, trebuie sa te gandesti doar la ceea ce scrii, deoarece nu te poti baza pe altceva. Faima se intimpla doar cu noroc si cu multa munca. Insa e nevoie de mult noroc.

Dana PIRVAN-JENARU, 30 octombrie 2009, in Observator cultural
Jose Luis Peixoto a fost punctul de atractie al serii, datorita, pe de o parte, renumelui international (este considerat, valoric, «noul Saramago» al Portugaliei), iar pe de alta parte, datorita usurintei si placerii cu care se apropie si cu care isi apropie oamenii.
Este un tinar de 35 de ani, care a primit in 2001 Premiul «Jose Saramago» pentru romanul Nici o privire, lansat de Polirom chiar in seara prezentei autorului la Bucuresti, fiind remarcat de Saramago insusi pe cind avea doar 26 de ani. I-a fost deschisa astfel usa succesului international, pe care a stiut sa si-l asume si sa-l confirme constant. Personalitate energica, dovedind calitati artistice, nu doar exclusiv literare, in 2003, portughezul a lansat cu cei de la formatia Moonspell un album si un roman care poarta acelasi titlu – The Antidote –, fiind si autor de librete de opera, coregraf al dansului contemporan si poet. In plus, in Portugalia exista deja un premiu pentru tinerii scriitori sub 25 de ani care ii poarta numele. In spatiul culturii noastre, numele sau a aparut pentru prima data in 2002, cind Mihai Zamfir il numea, intr-una dintre Scrisorile portugheze, o aparitie stralucitoare a literaturii, pariind pe geniul sau. Dupa lectura publica si dezbateri, oamenii au asteptat rabdatori la rind pentru a primi un autograf, cartile aduse (si care au putut fi cumparate cu reducere) dovedindu-se insuficiente.

http://books.rainbowchild.ro/, 30 octombrie 2009,
Dar dintre toti scriitorii prezenti in prima zi a Festivalului, cel mai simpatic mi s-a parut Jose Luis Peixoto: tatuaje, bratari de la concerte la mana (aveam sa aflu ca de fapt multe erau de la meciuri de wrestling, cercei, adidasi misto, ehe, asta da scriitor. In plus, fragmentele din cartea sa (Nici o privire) care au fost citite mi-au placut mult de tot, iar raspunsurile pe care le-a dat pe parcursul serii m-au facut mereu sa zimbesc. Dap, asta da scriitor!

http://chestiilivresti.blogspot.com, 26 octombrie 2009,
Mega-uau! Saramago, Marquez si Faulkner la un loc!
Un sat. Citeva personaje, doua generatii. Un pastor, un hangiu, o bucatareasa, un timplar. Doi siamezi, o prostituata oarba, un urias, un batrin, copii. Si universul in jurul lor si in ei. Ginduri si fapte, citeva priviri. deloc vorbe...
Nici o privire. De fapt, privirea lui Peixoto asupra lumii. Ce nu ne va apartine niciodata. Dar pe care murim de curiozitate sa o privim.
Am retrait admiratia din ’98-’99 cind l-am descoperit pe Saramago. Norocoasa Portugalia: dupa Saramago, apare firesc, iata, Jose Luis Peixoto.

Dana PIRVAN-JENARU, 19-25 noiembrie 2009, in Observator cultural

Nici o privire este un roman naucitor, obsedant. Pe de o parte, prin sugestia durerii profunde si a singuratatii impenetrabile de care personajele sint coplesite, iar pe de alta parte, prin farmecul scriiturii poematice, impinzite cu imagini de o frumusete tulburatoare. O frumusete ametitor de delicata ce secreta, paradoxal, o tristete fatal deznadajduita si nemarginita.

 

 

Claudiu CONSTANTINESCU, 19 noiembrie 2009, in Dilema veche
Romanul acesta de debut al portughezului Peixoto e, pur si simplu, o carte de mare scriitor. Pe mine m-a inmarmurit. M-a facut sa uit pe loc de lucrurile seducatoare pe care ma obisnuisem sa le caut prin texte si m-a reinvatat ceea ce nu credeam sa mai prizez vreodata: poezia gesturilor taciturne, poezia ariditatii, poezia lucrurilor esentiale, grele ca pamintul. Fronda unei asemenea proze este comparabila cu cea a DJ-ului dintr-un club de noapte care ar pune sa rasune, brusc, in difuzoare, incantatiile lui Doru Liviu Zaharia din Nunta de piatra. Impietresti.

Alina PURCARU, 7-13 noiembrie 2009, in Suplimentul de cultura
Nu exista mila pentru personajele acestei carti, nu exista intelegere si li se intimpla tot ce e mai rau. De fiecare data viata lor depinde de altcineva, de o prezenta care e mai puternica decit ele, si asta e o intrebare pe care cartea o ridica, o intrebare religioasa. Cum se intimpla? Asa stau lucrurile de fapt? Cititorul urmeaza sa confrunte situatia din carte cu realitatea pe care o cunoaste. Romanul nu e o afirmatie despre fatalism si despre partea intunecata a lucrurilor, ci o intrebare. Mai putin chestiunea mortii, asta e o certitudine.

 

Autoria e outros dados (tags, etc)

publicado às 23:00



Instagram


papéis jlp
Arquivo de recortes sobre José Luís Peixoto e a sua obra.

projecto moldura

galveias no mundo






install tracking codes
Visitors since may 2015

Pesquisar

  Pesquisar no Blog

Subscrever por e-mail

A subscrição é anónima e gera, no máximo, um e-mail por dia.



page contents